Από τον μηχανισμό στις μετρήσεις
Το κερί ως σύστημα καύσης και απελευθέρωσης αρώματος
Για να ερμηνεύσουμε σωστά τις μετρήσεις, χρειάζεται να ακολουθήσουμε τη διαδρομή του καυσίμου, να παρατηρήσουμε τη φλόγα και να λάβουμε υπόψη τις συνθήκες στις οποίες συλλέχθηκαν τα δεδομένα.
Από το στερεό κερί στη φλόγα
Η θερμότητα της φλόγας λιώνει το καύσιμο που χρειάζεται για να διατηρηθεί η καύση.
Ένας συνεχής κύκλος τήξης και εξάτμισης
Μετά την ανάφλεξη του φιτιλιού, η θερμότητα λιώνει το κερί γύρω από τη βάση του. Το υγρό ανεβαίνει μέσα από τους πόρους του φιτιλιού με τριχοειδή δράση. Πλησιάζοντας στη φλόγα, θερμαίνεται περισσότερο, εξατμίζεται και αναμειγνύεται με τον αέρα. Η ορατή φλόγα είναι η ζώνη όπου καίγονται κυρίως αυτοί οι ατμοί. [1][4]
Η επιφάνεια του λιωμένου κεριού συμμετέχει επομένως στην τροφοδοσία της φλόγας. Αρωματικά συστατικά μπορούν να εξατμίζονται απευθείας από το θερμό υγρό κερί, ενώ όσα μεταφέρονται μέσω του φιτιλιού και φτάνουν στη φλόγα εκτίθενται στη διαδικασία της καύσης. [1]
Η ισορροπία φαίνεται στη φλόγα
Κατά τη σταθερή καύση, μεγάλο μέρος της αιθάλης που σχηματίζεται μέσα στη φλόγα μπορεί να οξειδωθεί πριν διαφύγει. Οριζόντια ρεύματα αέρα μπορούν να κάνουν τη φλόγα να τρεμοπαίζει και να επιτρέψουν σε περισσότερα ανθρακούχα σωματίδια να περάσουν στον αέρα. [4]
Στη μελέτη των Pagels et al. (2009), η σταθερή καύση, η καύση με αιθάλη και η σιγοκαύση μετά το σβήσιμο παρήγαγαν σωματίδια διαφορετικού μεγέθους και χημικής σύστασης. Το εύρημα αφορούσε δύο συγκεκριμένους τύπους κεριών σε ελεγχόμενο θάλαμο, αλλά δείχνει γιατί η κατάσταση της φλόγας πρέπει να καταγράφεται σε κάθε σύγκριση. [4]
Γιατί δεν αρκεί να γνωρίζουμε τη βάση του κεριού
Η πρώτη ύλη καθορίζει ορισμένες φυσικές ιδιότητες, αλλά η τελική συμπεριφορά εξαρτάται από τη σύνθεση και τις δοκιμές καύσης.
Βαθμός εξευγενισμού, πρόσθετα και άρωμα
Οι Derudi et al. (2014) εξέτασαν τρία κεριά δοχείου από παραφίνες με διαφορετικό βαθμό εξευγενισμού. Στα συγκεκριμένα δείγματα, ο βαθμός εξευγενισμού επηρέασε σημαντικά τους συντελεστές εκπομπής. Στην εργασία του 2012, οι διαφορές μεταξύ αρωματικών κεριών αποδόθηκαν πιθανώς τόσο στην παραφινική πρώτη ύλη όσο και στα πρόσθετα, με τις εκπομπές αλδεϋδών να συνδέονται περισσότερο με τα πρόσθετα. [2][5]
Τα δεδομένα δεν επιτρέπουν μια γενική κατάταξη ολόκληρων οικογενειών κεριού. Στη μελέτη των Salthammer et al., τα μη αρωματισμένα κεριά από φοινικέλαιο, παραφίνη, σόγια και στεαρίνη παρουσίασαν παρόμοια προφίλ εκπομπών, χωρίς κάποια βάση να υπερέχει σταθερά στις συνθήκες της δοκιμής. Η ονομασία της βάσης δεν υποκαθιστά τη μέτρηση του τελικού κεριού. [1][2]
Η συμβολή του φιτιλιού στις εκπομπές
Οι Pagels et al. εντόπισαν, κατά τη σταθερή καύση των κεριών που μελέτησαν, υπέρλεπτα σωματίδια πλούσια σε φωσφορικά ή νιτρικά άλατα. Οι συγγραφείς θεώρησαν ότι πιθανή πηγή τους ήταν τα επιβραδυντικά φλόγας του φιτιλιού. Η παρατήρηση δείχνει ότι τα σωματίδια που καταγράφει ένας αναλυτής δεν προέρχονται υποχρεωτικά μόνο από τη βάση του κεριού. [4]
Πώς το άρωμα περνά από το κερί στον χώρο
Οι μετρήσεις διαχωρίζουν τα συστατικά που εξατμίζονται από το λιωμένο κερί από τις ενώσεις που σχηματίζονται κατά την καύση.
Εξάτμιση από το λιωμένο κερί
Στη μελέτη των Salthammer et al., η πτητικότητα των αρωματικών συστατικών επηρέασε τον ρυθμό με τον οποίο περνούσαν από το θερμό υγρό κερί στον αέρα. Συστατικά με υψηλότερη τάση ατμών κυριάρχησαν στα δείγματα αέρα, ενώ διαφορετικές οικογένειες αρώματος παρουσίασαν διαφορετικά προφίλ πτητικών ενώσεων. [1]
Η μελέτη των Salthammer et al. (2021) κατέγραψε σημαντικές διαφορές ανάμεσα στα προφίλ αρωματικών και μη αρωματικών κεριών. Οι μετρήσεις περιλάμβαναν τόσο τυπικά προϊόντα καύσης όσο και συστατικά των αρωματικών μιγμάτων που είχαν περάσει στην αέρια φάση. Αυτός ο διαχωρισμός είναι ουσιώδης: η παρουσία μιας πτητικής ένωσης δεν αποδεικνύει από μόνη της ότι δημιουργήθηκε στη φλόγα. [1]
Τι δεν μέτρησε η μελέτη
Όλα τα αρωματισμένα κεριά της μελέτης περιείχαν το ίδιο ποσοστό αρώματος, 5% κατά βάρος. Δεν αξιολογήθηκαν η αντιληπτή ένταση, η διάρκεια ή η ισορροπία του αρώματος. Τα αποτελέσματα επομένως περιγράφουν χημικά προφίλ εκπομπών και δεν καθορίζουν το ιδανικό ποσοστό αρώματος ή την αισθητηριακή απόδοση ενός κεριού. [1]
Τι μπορούν να μας πουν οι μελέτες εκπομπών
Οι μετρήσεις αποκτούν νόημα όταν ερμηνεύονται με βάση το δείγμα, τις συνθήκες του θαλάμου και τις παραδοχές του σεναρίου έκθεσης.
Από την ανίχνευση στην αξιολόγηση
Οι Orecchio (2011), Derudi et al. (2014) και Salthammer et al. (2021) ανίχνευσαν αέριες ενώσεις και αιωρούμενα σωματίδια κατά την καύση κεριών. Οι συγκεντρώσεις και οι συντελεστές εκπομπής διέφεραν αισθητά ανάμεσα στα δείγματα. Αυτή η διακύμανση δεν υποστηρίζει ένα ενιαίο συμπέρασμα για όλα τα κεριά, αλλά την ανάγκη αξιολόγησης συγκεκριμένων συνθέσεων. [1][2][3]
Οι Salthammer et al. εξέτασαν 24 ειδικά παρασκευασμένους τύπους κεριών σε θάλαμο 8 m³ και μετέτρεψαν τους συντελεστές εκπομπής σε σενάρια δωματίου αναφοράς 30 m³, με 0,5 ανανεώσεις αέρα ανά ώρα και καθορισμένες παραδοχές χρήσης. Οι περισσότερες υπολογισμένες συγκεντρώσεις ήταν χαμηλότερες από τις τιμές σύγκρισης που χρησιμοποίησαν. Καταγράφηκαν όμως εξαιρέσεις για το NO₂ σε ορισμένες βραχυχρόνιες συγκρίσεις και για την ακρολεΐνη και το βενζο[a]πυρένιο σε ορισμένες μακροχρόνιες συγκρίσεις. [1]
Από τον θάλαμο στον πραγματικό χώρο
Ο θάλαμος επιτρέπει συγκρίσιμες μετρήσεις, επειδή ελέγχει τον όγκο, τη θερμοκρασία και την ανανέωση του αέρα. Το δωμάτιο αναφοράς παραμένει επίσης ένα μαθηματικό σενάριο. Σε έναν πραγματικό χώρο, ο όγκος, ο αερισμός, ο αριθμός των κεριών, η διάρκεια καύσης και η κατάσταση της φλόγας επηρεάζουν τη συγκέντρωση που τελικά αναπτύσσεται. [1][3]